Η διαχρονικότητα των εξουσιαστικών πρακτικών
απέναντι στη διαχρονικότητα των αναζητήσεων της νεολαίας
Το Πολυτεχνείο, υπάρχει ως μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, που κουβάλησε τα σκιρτήματα και τις αναζητήσεις της νεολαίας της εποχής, αλλά επιβλήθηκε ως μύθος και υπονομεύθηκε, γιατί έσωσε την χαμένη τιμή των μονίμως απόντων καλοπερασάκηδων πολιτικάντηδων του εξωτερικού, που κουβαλήθηκαν πίσω σαν γύπες, ποζάροντας ως μεταπολιτευτικοί Σωτήρες, ως ψευτο-Άτλαντες και ψευτο-Ηρακλείδες χρησιμοποιώντας το Πολυτεχνείο σαν διαβατήριο για τη μεταπολίτευση και σαν «άρωμα» των δύσοσμων συναλλαγών κάποιων «αντιστασιακών» με τη χούντα.
Τα κίνητρα της νεολαίας ήταν αγνά, το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν αυτό που επιθυμούσαν αυτοί, που συμμετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο διεθνής και εγχώριος εξουσιασμός εκμεταλλεύτηκε τα αποτελέσματα της εξέγερσης και τα ιδιοποιείται έως σήμερα, ενώ οι ιδεολόγοι νέοι και οι ιδέες τους παραμερίστηκαν, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει με τις ανατρεπτικές δράσεις και τις επαναστάσεις.
Ήδη από το 1962, ενώ γνώριζαν οι πολιτικάντηδες, ότι τα Ανάκτορα και ο στρατός καραδοκούσαν, εν τούτοις, εκτροχιάζουν την χώρα με «ανένδοτους» αγώνες, με καθημερινές αιματηρές συγκρούσεις, με αγεφύρωτα χάσματα και επικίνδυνα συνθήματα του τύπου «που είναι ένας λοχίας να μας σώσει;», ενώ υπουργοί και βουλευτές αλληλογρονθοκοπούνται με καρέκλες και ξύλα μέσα στην Βουλή. Όταν εκλέγεται πρωθυπουργός ο «Γέρος της Δημοκρατίας» με την πρωτοφανή πλειοψηφία του 53%, το κόμμα του, αποδεικνύεται ένας πλαδαρός γίγαντας με το σπόρο της αποσύνθεσης μέσα του κι αντί για το κράτος του δικαίου που υποσχέθηκε, ήρθαν θύελλες, αυθαιρεσίες, συγκρούσεις και χάος. Ο πρωθυπουργός παραιτείται δακρύβρεχτα και θεαματικά, προκηρύσσονται εκλογές, αλλά ανεξήγητα ο «Γέρος» κηρύσσει και τον δεύτερο «Ανένδοτο Αγώνα» του καλώντας τον λαό να πολεμήσει για το χατήρι του, διαλύοντας εντελώς την χώρα με παρανοϊκές μάχες μέσα στους δρόμους, με φλεγόμενα οδοφράγματα, με δεκάδες τραυματίες και με την οικονομία να βουλιάζει στην άβυσσο.
΄Ηξερε πολύ καλά ο «Γέρος», ότι ο αιματηρός κύκλος του «Ανένδοτου» αγώνα του μόνον με τα άρματα της δικτατορίας θα έκλεινε, αλλά απέρριψε όλες τις ανώδυνες λύσεις που του προτάθηκαν, διεκδικώντας μανιασμένα την εξουσία του και το προφίλ του μεγαλομάρτυρα, γι’ αυτόν και για τον γιό του. Και αντί για εκλογές, ο στρατός εξαπολύει τα τεθωρακισμένα και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, σώζοντας έτσι τους πολιτικάντηδες απο το τραγικό οικονομικό και πολιτικό χάος, που είχαν προκαλέσει αγιοποιώντας τους κι από πάνω, αντί να στηθούν στον τοίχο γι’ αυτό.
Mέλη της κυβέρνησης του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»
γονυκλινείς σε θρησκευτική τελετουργία στη Μητρόπολη.
Προς τα χαράματα της 21ης Απριλίου 1967, ένας τρομαγμένος στρατιώτης εισβάλει από το παράθυρο στο σπίτι του παραιτηθέντος πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, προτείνει το όπλο και του ανακοινώνει: «Κύριε Πρωθυπουργέ, συλλαμβάνεστε!». Η καλοστημένη αυτή σκηνή, δείχνει ότι, η ψευτο-δημοκρατία δεν ηττήθηκε, γιατί μιά ήττα, προϋποθέτει μάχη. Η ψευτο-δημοκρατία καταργήθηκε, επειδή μόνη της εξέθρεψε, εκείνους που την κατέλυσαν και ο «Γέρος της Δημοκρατίας», αντί να κατακεραυνώσει τον εισβολέα, ότι μόνον να τον πυροβολήσει δικαιούται, αλλά όχι να τον συλλάβει, απλά σηκώνεται από το κρεβάτι του και ψάχνει για τα ρούχα του, κι επειδή δεν τα βρίσκει, καθυστερεί. Ο τρομαγμένος στρατιώτης αναρριγώντας μπροστά στον ηλικιωμένο τέως πρωθυπουργό τραυλίζει αμήχανα: «Γρήγορα, κ. Πρόεδρε, γρήγορα!». Και ο Γέρος της Δημοκρατίας του απαντά: «Τώρα παιδί μου, τώρα!».
Οι «μεγάλοι» πολιτικοί άνδρες παραδίδονται αμαχητί (κάποιοι ανέβηκαν στην ταράτσα, αλλά δεν έπεσαν δυστυχώς) και αναμένουν εξελίξεις, ενώ κακοποιούνται αλύπητα τα μέλη των οργανώσεών τους. Δεν συνέφερε η κακοποίηση των πολιτικών• αυτή είναι για τους παρακατιανούς, για το «λαουτζίκο». Αργότερα, οι «ηγέτες» διαφεύγουν στο εξωτερικό και -εκ του ασφαλούς πλέον- παροτρύνουν τους εν Ελλάδι συνδέσμους τους να τοποθετούν βόμβες και κροτίδες με αποτέλεσμα αθρόες συλλήψεις και φυλακίσεις. Η νέα γενιά, μεγαλώνει με τους μύθους των «ηρώων» του εξωτερικού, για τους οποίους όμως δεν γνωρίζει τίποτα, ούτε πώς ζουν, ούτε ποιός τους συντηρεί, αρκεί που υπάρχουν για να σώσουν την χώρα, αγνοώντας ότι οι «σωτήρες» της Ελλάδος, σε εθνικές συμφορές βρίσκονται πάντα εκτός Ελλάδος.
Ένα περίεργο, ακούσιο παιχνίδι του φωτογραφικού φακού: Ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, πανίσχυρος πιά δικτάτορας, φωτογραφίζεται κάτω από τον μπερντέ του καραγκιόζη σε κάποια δημόσια εμφάνισή του• από πάνω είναι το πορτραίτο του Παπαδόπουλου. (Σ. Γρηγοριάδη, Η Ιστορία της Δικτατορίας.)
Τη δύσκολη εκείνη εποχή, η Ευρώπη ταρακουνιέται από μια γιγαντιαία πολιτισμική έκρηξη, που οδήγησε στην εξέγερση του Μάη του ’68 και το κατεστημένο χτυπιέται με φιλοσοφία, μόρφωση, μουσική, τέχνη, με ανεπανάληπτες κινηματογραφικές, θεατρικές και μουσικές δημιουργίες, οι οποίες άφησαν εποχή αγγίζοντας βαθειά την προβληματισμένη ελληνική νεολαία, που μέσα στα σκοτάδια της χούντας μελετούσε κρυφά τα εκτός νόμου πολιτικό-κοινωνικά βιβλία και άκουγε τις εξαιρετικές δημιουργίες των Ελλήνων και Ευρωπαίων καλλιτεχνών και συνθετών, που δέσποζαν διεθνώς. Ο τεράστιος ρόλος του πολιτισμού, της φιλοσοφίας και της μουσικής στην ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, αποσιωπάται, γιατί εκεί οφείλεται η απόφαση της πλειοψηφίας της νεολαίας να δράσει από μόνη της ραπίζοντας τους δειλούς πολιτικούς και στήνοντας ομηρικούς καυγάδες, μέσα στις συνελεύσεις με τους κομματικοποιημένους φοιτητές, που ήθελαν να την «καπελώσουν».
Φύλλο αρ. 8 «Πανσπουδαστικής»,
Νοέμβριος 1973.
Λίγους μήνες πριν εκδηλωθεί η εξέγερση του Πολυτεχνείου, οι νεοέλληνες πολιτικάντηδες (που επί έξι χρόνια ενέκριναν σιωπηρά τη δικτατορία) διεξήγαγαν συνεννοήσεις «κάτω από το τραπέζι» με τους συνταγματάρχες, για επιστροφή στη «δημοκρατική ομαλότητα». Κάτι τέτοιο αποτελούσε επιθυμία και των δικτατόρων, προκειμένου να εξέλθουν της εξουσίας χωρίς ποινικές συνέπειες. Το σχήμα που είχαν προκρίνει οι δύο πλευρές ήταν μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένης κατά πάσα πιθανότητα τής αυτοαποκαλούμενης «επίσημης» κομμουνιστικής αριστεράς.
Η αυθόρμητη (=αυτοορμώμενη) και παντελώς απρόβλεπτη εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, χαλούσε τις ενδοεξουσιαστικές μηχανορραφίες, υπονόμευε το μεταπολιτευτικό μοίρασμα της εξουσιαστικής πίτας και εξέθετε ανεπανόρθωτα, τόσο τη δικτατορία, όσο και τους πολιτικάντηδες της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Άλλωστε η εξέγερση δεν είχε σαν στόχο μια απλοϊκή επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό και στους παραγκωνισμένους πολιτικάντηδές του, αλλά μια βαθύτερη ποιοτική αλλαγή της νεοελληνικής κοινωνίας και μια απαλλαγή της χώρας από τη μιζέρια του («δεξιού» και «αριστερού») ρωμιοσυνικού τριτοκοσμισμού.
Από τη δύσκολη θέση ανέλαβε να βγάλει τους νεοέλληνες πολιτικάντηδες η ΚΝΕ, αφού στο εικονιζόμενο ντοκουμέντο (φύλλο αρ.8, Νοέμβριος 1973, τής φοιτητικής της εφημερίδας «Πανσπουδαστικής»), αποκαλεί πράκτορες της Κ.Υ.Π. τους καταληψίες του Πολυτεχνείου και καλεί σε …απομόνωσή τους. Σαν απάντηση των εξεγερμένων σε αυτές τις σταλινικές ρυπαρότητες, προέκυψε και το γνωστό ειρωνικό αντικομμουνιστικό σύνθημα «Προβοκάτορα Λαέ».
Τελικά τόσο το ΚΚΕ, όσο και οι άλλες «δημοκρατικές δυνάμεις», όταν είδαν ότι η εξέγερση φούντωνε (κυρίως από τη δεύτερη ημέρα) επέτρεψαν σε μέλη τους να μπουν στο Πολυτεχνείο δίπλα στούς κομματικά ανένταχτους, που αποτελούσαν και τον κορμό των εξεγερμένων. Τότε επινόησαν και τα περί δήθεν προβοκατόρικης αρχικής κατάληψης (στις 14/11/1973), την οποία δήθεν «εξυγείανε», η είσοδος της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο (μια μέρα αργότερα…). Ο στόχος τους ήταν φυσικά να μην χάσουν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους την κατάσταση. Αυτοί ήσαν οι πραγματικοί προβοκάτορες, που αργότερα κάθησαν και στα κοινοβουλευτικά έδρανα.
Το ΚΚΕ τηρεί μέχρι σήμερα σιγή ιχθύος γύρω από αυτό το ντοκουμέντο, ενώ κατά καιρούς οι διάφορες αμήχανες θεραπαινίδες του, όπως ο «Ιός της Ελευθεροτυπίας» έχουν προσπαθήσει να το παρουσιάσουν ως δήθεν πλαστό.
Τον Φεβρουάριο του 1973, ολόκληρη η Αθήνα ξεσηκώνεται, γιατί αιφνιδιαστικά, καλούνται οι ταραξίες φοιτητές να υπηρετήσουν τη θητεία τους ως τιμωρία για την απείθειά τους. Η νεολαία αντιδρά και 4.000 χιλιάδες νέοι και νέες, κλείνονται στη Νομική Σχολή Αθηνών, απ’ όπου ξεκίνησε και η εξέγερση, που θεωρήθηκε ως «πρόβα τζενεράλε» πριν από το Πολυτεχνείο, γιατί ήταν αρκετά επιτυχημένη. Στις 12 Νοεμβρίου 1973, το πολιτικό καζάνι εκρήγνυται, όταν οι φοιτητές καταλαμβάνουν το Πολυτεχνείο χωρίς όμως να αποφασίζουν άν θα παραμείνουν μέσα ή όχι, για να αγωνισθούν.
Ένα μοιραίο τηλεφώνημα του φοιτητή της Φαρμακευτικής, Διονύση Μαυρογένη, προς τους φοιτητές της Νομικής και της Φιλοσοφικής δίνει την λύση, παρακινώντας τους να κατέβουν στο Πολυτεχνείο, «γιατί γίνεται ο χαμός». Η περίφημη κάθοδος των φοιτητών της Νομικής προς το Πολυτεχνείο, ήταν που πυροδότησε την εξέγερση, που επρόκειτο να έχει τραγικά αποτελέσματα, για τους ίδιους, για τον ελληνισμό και για την Κύπρο.
Από το μεσημέρι της 15ηςΝοεμβρίου, τεράστιες μάζες οργανωμένων εργατών, οικοδόμων, ανεξαρτήτων εργατικών στοιχείων, αγροτών από τα Μέγαρα, αλλά και δεκάδων μη φοιτητικών στοιχείων, εισβάλουν στο κτιριακό συγκρότημα, δίνοντας στο φοιτητικό κίνημα την μορφή συμμαχίας, μεταξύ φοιτητών-εργατών-αγροτών, (με το Κ.Κ.Ε, να καταφθάνει τελευταίο). Όμως, αυτή η τεράστια συρροή των μη φοιτητικών στοιχείων, ήταν και η αιτία, που από το απόγευμα της Πέμπτης 15-11-73, οι φοιτητές, που επόπτευαν μπροστά στις πύλες του συγκροτήματος, έχασαν τον έλεγχο. Τότε, δεκάδες προβοκάτορες της ΚΥΠ, της ΕΣΑ και της Αστυνομίας, με διαταγές του χουντικού αρχηγού της ΚΥΠ, Μιχ. Ρουφογάλη, διεισδύουν στις τάξεις των φοιτητών, εκτρέποντας εξτρεμιστικά το κίνημα με βανδαλισμούς, δολιοφθορές, καταστροφές, γράφοντας βίαια συνθήματα και περιϋβρίσεις Αρχής, πάνω στους τοίχους και σε έντυπα, τα οποία διακινούσαν μεταξύ των φοιτητών, προκαλώντας σύγχυση και αναταραχή. Άσκησαν κάθε μορφής βία, κατάβρεξαν με δοχεία πετρελαίου τους ξυλοτύπους των υπονόμων της οδού Σολωμού και των γειτονικών του Πολυτεχνείου οδών, βάζοντας ύστερα φωτιά, όπως εκείνην την τεράστια κι’ επικίνδυνη, στην γωνία Σολωμού και Σπυρίδωνος Τρικούπη. Mικρότερης κλίμακας φωτιές, άναψαν αργότερα και οι φοιτητές, για να προστατευθούν από τα δακρυγόνα.
Αλλά η νεολαία, κλεισμένη στο Πολυτεχνείο, μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, αγνοεί τα δραματικά παιχνίδια που παίζονται στα παρασκήνια, υποβοηθώντας ίσως άθελά της, τον αρχηγό της Ε.Σ.Α και πράκτορα Δ. Ιωαννίδη, ν’ ανατρέψει τον Γ. Παπαδόπουλο και αργότερα τον Μακάριο, επιφέροντας την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που ήταν και το ζητούμενό του, όπως το είχε υποσχεθεί στα αφεντικά του.
Τα τεθωρακισμένα οργώνουν πάλι την Αθήνα και περικυκλώνουν το Πολυτεχνείο, για να παραλύσουν το φοιτητικό κίνημα και να «ξεδοντιάσουν» τους φοιτητές, με πρόφαση την δήθεν προστασία τους από την Αστυνομία. Αλλά, όταν ένα άρμα εισβάλλει για να εκκενώσει το κτίριο, οι φοιτητές μένουν στο έλεος της Αστυνομίας, των οπλισμένων χαφιέδων και τραμπούκων, που τους κατεδίωξαν και τους ξυλοκόπησαν άγρια, μαζί με πολίτες και με δεκάδες θύματα.
[Aριστερά: Συλλήψεις φοιτητών έξω από τη Νομική (1973). Δεξιά: Μιά αντίστοιχη εικόνα από την εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβρη2008.]
Η συνέχεια του κράτους και των θεσμών απέναντι στη συνέχεια της νεολαίας.
Ο σημερινός ιδεολογικός απολογητής του αστικού κράτους εμφανίζεται υποχρεωμένος να πλασάρει στην αγορά των ιδεών προφανείς αντιφάσεις ή ωραιολόγες ταυτολογίες: π.χ. αρνείται τη βία… «εκτός της περίπτωσης, που η βία είναι αναγκαία άμυνα κατά της βίας» συσκοτίζοντας με μια δημοκρατική φρασεολογία το ωμό γεγονός, ότι οι κανόνες, με τους οποίους παίζεται το νομικιστικό παιχνίδι στο επίπεδο της πολιτικής και το ηθικιστικό παιχνίδι στο επίπεδο της φιλοσοφίας δικαιώνουν πάντοτε αυτούς, που έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν τους κανόνες του παιχνιδιού: γιατί η εξουσία δεν είναι ποτέ παράνομη.
Οι πρώτοι που καταδικάζουν τη βία είναι αυτοί ακριβώς, που κατέχουν ή διεκδικούν το μονοπώλιό της. Η βία όμως έχει μια πρωταρχική πηγή -την εξουσία και τον πόθο της εξουσίας. Όλες οι άλλες πηγές είναι μόνο τα συμπτώματα της πραγματικής αρρώστιας.
Η πραγματική (και αντιφατική) φύση της Δημοκρατίας είναι αυτή, που εκδηλώνεται στο πανικόβλητο και γνησίως αντιδημοκρατικό μένος, που κυριεύει τους δημοκρατικούς μόλις πάει να «διασαλευθεί» λίγο η τάξη […] Ένα τζάμι να σπάσει σε κάποια διαδήλωση, οι εθνοπατέρες κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο στους ατακτήσαντες και μή πολίτες: «Καθίστε φρόνιμα, αν θέλετε να έχετε δημοκρατία». Και κανένας δημοκράτης δεν βρέθηκε ποτέ να τους επιστρέψει αυτό το σόφισμα (που είναι και ειρωνεία και χλευασμός και υποκρισία) πετώντας τους κατάμουτρα τη σαρκαστική φράση του Νικολάι Γκόγκολ: «Αγαπάτε μας κι αξύριστους κύριοι, ξυρισμένους μας αγαπάνε κι άλλοι!». Γιατί κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί, ότι το καθεστώς, που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς, είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο» κόσμο. (Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η Έσχατη Στράτευση, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1985)
Χτύπησε ή όχι ο στρατός τελικά; Όχι, δεν χτύπησε μέσα στον χώρο του Πολυτεχνείου, κι έτσι διέσωσε το γόητρό του. Δεν τόλμησαν, γιατί στα αντικρυνά κτίρια της Ιταλικής πρεσβείας και του ξενοδοχείου «Αστόρια», καραδοκούσαν η Ιταλική με την Ολλανδική τηλεόραση. Τότε ποιός διέταξε την Αστυνομία και την Χωροφυλακή, να περιμένουν απ’ έξω, για να χτυπήσουν με τόσο άγριο μίσος τα παιδιά ; Γιατί ο στρατός, που ήταν ο παντοδύναμος εκείνης της νύχτας, δεν απαίτησε την απομάκρυνση της Αστυνομίας, αλλά εγκατέλειψε τους φοιτητές στο έλεος των μανιακών, αφού οι Δ. Ιωαννίδης και Μιχ. Ρουφογάλης είχαν το γενικό πρόσταγμα; Οι χαφιέδες και οι τραμπούκοι, που ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον κόσμο, δεν ήταν ΕΣΑτζήδες, που έφεραν πλαστές ταυτότητες αξιωματικών; Τι είδους κρυφτούλι είναι αυτό; Το απόλυτο κέντρο εξουσίας, εκείνο το βράδυ ήταν ο στρατός, και εάν το κέντρο εξουσίας, ήταν άλλο, τότε να βγούν να το κατονομάσουν. Την ευθύνη, φέρει αποκλειστικά ο στρατός και μόνον ο στρατός, τελεία και παύλα.
Μιχαήλ Γουνελάς. Αυτός που έριξε την πύλη του Πολυτεχνείου.
Ανατριχιαστικές πληροφορίες για τις διαταγές και τον τρόπο δράσης των πρακτόρων του Ρουφογάλη, όπως και για τον περίεργο γκανκστερικό οπλισμό τους λαμβάνουμε απο το υπ’ αριθ. 677 της 26ης Ιουλίου 1975 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. (Σόλων Γρηγοριάδης, «Η Ιστορία της Δικτατορίας», τόμος 3ος, σελίς 96).
Φυσικά, ο πολιτικός κόσμος, ούτε ενδιαφέρθηκε, ούτε συμπαραστάθηκε στους εξεγερμένους φοιτητές, άν και κλήθηκε. Αρκέσθηκαν σε κάποιες φιγουρατζίδηκες επισκέψεις και αναχώρησαν ήσυχοι για τα σπίτια τους. (Γ. Γάτος, «Ρεπορτάζ με την Ιστορία», τόμος Β΄, σελ. 18). Ο δε Λεωνίδας Κύρκος, που εκείνες τις αποφράδες ημέρες, φλέρταρε με την Κυβέρνηση Μαρκεζίνη, ενοχλούσε αντιστασιακούς ανθρώπους με κύρος, για να προβούν μαζί του, σε μιά κοινή δήλωση και να συστήσουν «μετριοπάθεια» στους φοιτητές! Του είχαν τάξει να τον κάνουν υπουργό, στην χουντο- πολιτική Κυβέρνηση και το Πολυτεχνείο, του χάλαγε την σούπα.(Βασίλης Φίλιας, «Τα αξέχαστα και τα λησμονημένα», σελίς 318».
Ο αυθεντικός
ραδιοσταθμός των φοιτητών
του Πολυτεχνείου.
Οι δυό ραδιοσταθμοί του Πολυτεχνείου
Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1974, οι φοιτητές εγκαθιστούν σύστημα επικοινωνιών τοποθετώντας τρία μεγαφωνικά συγκροτήματα, το ένα στο περίπτερο του θυρωρείου της οδού Πατησίων, το άλλο στη γωνία των οδών Πατησίων και Στουρνάρα και ένα τρίτο στην πύλη,προς την οδό Στουρνάρα. Στο κτίριο των Μηχανολόγων τίθεται σε λειτουργία ραδιοσταθμός ισχύος 250 W, ενώ στο κτίριο των Χημικών τοποθετείται δέκτης, ώστε οι φοιτητές να λαμβάνουν και να επεξεργάζονται σήματα της Αστυνομίας. Το «Εδώ Πολυτεχνείο» ακούγεται έως τον Ωρωπό και η επίδραση των εκπομπών αυτών είναι τόσο ισχυρή, που οι παρεμβολές του στρατού δεν έχουν αποτέλεσμα και οι στρατιωτικοί εγκαθιστούν ένα δεύτερο πομπό με τον ίδιο τίτλο, που εκπέμπει δίπλα στον σταθμό των Ενόπλων μεταδίδοντας ψευδή κι εξτρεμιστικά συνθήματα. Ο γνήσιος πομπός όμως, τον εντοπίζει αμέσως και αντιδρά με ανακοινώσεις, που επαναλαμβάνονται συχνά προσδιορίζοντας το μήκος κύματός του και καθησυχάζοντας τον συγχυσμένο κόσμο.
Πλαστή φωτογραφία, που φτειάχτηκε αργότερα χάριν των Μ.Μ.Ε..
Παραχαραγμένο το σύνθημα;
Το σύνθημα «Ελευθερία» έγινε ιδιαίτερα έντονο στους νέους, μετά την αποτυχία του κινήματος του Ναυτικού, κυριαρχώντας ανάμεσα στα «Ελευθερία και Ισοτιμία» ή, «Κάτω η Χούντα», «Κάτω ο Φασισμός», «Σήμερα πεθαίνει ο Φασισμός» κ.λπ.. Καμμιά ανάγκη δεν υπήρχε για ψωμί τότε, γιατί ο κόσμος, δεν πεινούσε. Το σύνθημα «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία» είναι μια παραφθορά ενός ξεπερασμένου συνθήματος των μπολσεβίκων του 1916, που έλεγε: «Ψωμί-Γη-Ελευθερία» (Τ. Ρίντ, «Οι Δέκα μέρες που άλλαξαν τον κόσμο, σελ. 142») κι άρχισε να ακούγεται ξαφνικά έξω από το Πολυτεχνείο πιθανόν από αριστερές ομάδες, που ήθελαν να οικειοποιηθούν τη συγκέντρωση. Η συχνή επανάληψη του συνθήματος «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία», η ομοιοκαταληξία και ο ευχάριστος ρυθμός του το έκαναν τελικά να κυριαρχήσει, χωρίς να ανταποκρίνεται πλήρως στο πνεύμα και στις ανάγκες της εποχής, γιατί δεν υπήρχε πείνα.
Η Μεταπολίτευση συνέτριψε μεθοδικά τα όνειρα της γενιάς του Πολυτεχνείου. Αρκετοί από τους νέους εκείνης της γενιάς απορροφήθηκαν από το εξουσιαστικό σύστημα. Είναι οι σημερινοί ηγέτες της Ρωμιοσύνης, που βούλιαξαν την Ελλάδα στο βυζαντινισμό, τη θεοκρατία, τη φτώχεια, την υπανάπτυξη και τη διαφθορά.
Πολυτεχνείο και Κύπρος
Η φρενιασμένη ανάμειξη του αρχιπράκτορα της Κ.Υ.Π., Μιχ. Ρουφογάλη, στην εξέγερση, τροφοδοτεί την φήμη, ότι το Πολυτεχνείο οργανώθηκε από τον ίδιο και τον Ιωαννίδη, για να διευκολύνει την Tουρκική εισβολή και τον διαμελισμό της Κύπρου. Το ότι διευκολύνθηκε ο Ιωαννίδης, στην εφαρμογή του σχεδίου του, δεν αποτελεί και την απόδειξη για το τρίπτυχο Πολυτεχνείο - Ιωαννίδης - Πραξικόπημα. Η επίθεση στην Κύπρο είχε δρομολογηθεί χρόνια πριν στα γραφεία της C.Ι.Α. ασχέτως εάν θα γινόταν το Πολυτεχνείο ή όχι. Το μόνο που χρειαζόταν ο Ιωαννίδης ήταν μιά έντονη πολιτική κρίση και μια σταγόνα αίματος σε Κυπριακό έδαφος, για να εισβάλουν τα αρπακτικά και να την καταβροχθίσουν, όπως δυστυχώς και έγινε.
Aριστερά: Ο τότε αρχιεπίσκοπος συγχαίρει τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο, που μας
έλεγε ότι, θέλουμε «γύψο».
Δεξιά: Ο σημερινός αρχιεπίσκοπος συγχαίρει το νέο πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, που ισχυρίζεται ότι που μας λέει ότι, θέλουμε «χειρουργική επέμβαση».
Κατά τη δικτατορία ίσχυε το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Σήμερα ζούμε σε μιά παρόμοια κατάσταση κάτω από συνθήκες -κατ’ ευφημισμό δημοκρατίας, αλλά στην ουσία- κοινοβουλευτικής και θεοκρατικήής ολιγαρχίας.
Την θυελλώδη πολιτική κρίση την ανέλαβαν τρείς Κύπριοι μητροπολίτες, ο Πάφου Γεννάδιος, ο Κιτίου Άνθιμος και ο Κυπριανός Κυρηνείας, προσπαθώντας λυσσαλέα να εκτοπίσουν τον Μακάριο, αλλά καθαιρέθηκαν οι ίδιοι, αφού πρώτα έσπειραν το διχασμό. Το αίμα, στο Κυπριακό έδαφος το ανέλαβε ο Ιωαννίδης, υποκινώντας ένα ακόμη άθλιο πραξικόπημα με τους Μακαριακούς και τους Αντί-Μακαριακούς να σφάζονται και τους Τούρκους να εισβάλουν. (Σόλων Γρηγοριάδης, η Ιστορία της Δικτατορίας, τόμος 3ος, σελίδες 80-84). Αλλά η πραγματική εισβολή στην Κύπρο ήταν η δεύτερη, ο «Αττίλας Νο 2», που συνέπεσε με την θριαμβευτική επάνοδο του φευγάτου τροχάδην «Εθνάρχη», Κων. Καραμανλή, ο οποίος, δεν ντράπηκε να το σκάσει με πλαστό όνομα και πλαστό διαβατήριο, του φίλου του και δημοσιογράφου Κώστα Τριανταφυλλίδη. Ο Τριανταφυλλίδης και ο Ρουφογάλης πέθαναν, χωρίς τα αρχεία τους να αποκαλυφθούν, μπορεί και να εξαφανίσθηκαν. Εάν μετά τον θάνατο του Ιωαννίδη, αποκαλυφθεί κάτι νέο, θετικό ή αρνητικό για το Πολυτεχνείο, θα τερματίσει αυτή την φήμη, που κυκλοφορεί δήθεν εμπιστευτικά στους καφενέδες, κυρίως τις ημέρες του τσίρκου των επετείων, από τους επίδοξους Μακιαβέλιδες. Τα πάντα είναι πιθανά, αλλά όσο δεν προσκομίζονται στοιχεία, τίποτε δεν ισχύει. Η παραφιλολογία για το Πολυτεχνείο είναι τόση, που μέχρι και τον Μωϋσέ Νταγιάν, θέλουν κάποιοι συγγραφείς να έρχεται στην Ελλάδα και να οργανώνει την επίθεση του Πολυτεχνείου εκείνην την νύχτα!
Κάθε καθεστώς χρειάζεται κάποιοι ιδρυτικό μύθο, ένα ιδεολόγημα, ώστε να διαιωνίζει την πολιτική του κυριαρχία. Έτσι και η κοινοβουλευτική, θεοκρατική, ολιγαρχική και κληρονομική « ελέω θεού», μεταπολιτευτική δικτατορία, χρησιμοποίησε κι αξιοποίησε στο έπακρο τα θύματα εκείνης της περιόδου, καταθέτοντας στεφάνια και εναποθέτοντας λουλούδια στο χάλκινο κεφάλι, που αναπαριστά τον ιστορικό Νίκο Σβορώνο σε νεαρή ηλικία, ο οποίος είναι άσχετος με την νεολαία της εποχής, αλλά στήθηκε στην είσοδο του Πολυτεχνείου, για να νομίζει ο παραπλανημένος κόσμος, ότι είναι κάποιος άγνωστος μαχητής εκείνης της νύχτας. Και ελάχιστοι, γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με τη στήλη, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, το κεφάλι αυτό, είναι αφιερωμένο στους νεκρούς φοιτητές της Εθνικής Αντίστασης, (και μη χειρότερα!.....)
Το Πολυτεχνείο ήταν μια γερή προσπάθεια αποτίναξης του εξουσιαστικού ζυγού από την νεολαία της εποχής, που ωφέλησε μόνον τους φευγάτους τροχάδην εξουσιαστές, να γυρίσουν πίσω ως «Σωτήρες». Δεν ήταν όμως αυτό πού ήθελαν. Η μεγάλη πλειοψηφία εκείνων των παιδιών, περιφρόνησε αηδιασμένη τους πολιτικούς και εξακολούθησε να εργάζεται και να προκόβει αθόρυβα, ξεφυλλίζοντας συχνά, τις ωραίες και πικρές αναμνήσεις μιας ρομαντικής εποχής, που τελείωσε απότομα με την αποκατάσταση της «Δημοκρατίας». Και δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε ποτέ εκείνη η μεγάλη στροφή του κόσμου προς τον πολιτισμό, γιατί στοίχειωνε εφιαλτικά τους μεταπολιτευτικούς λεγεωνάριους της εξουσίας.
Και για όσους αμφισβητούν την τεράστια επίδραση της Μουσικής στην εξέγερση, η Μουσική και το τραγούδι είναι Λόγος, ένας Λόγος, που είχε απαγορευθεί από τη χούντα και θέριεψε μέσω του τραγουδιού. Οι δημιουργοί του, σε Ελλάδα και Ευρώπη, εκπροσώπησαν ό,τι πιο σπουδαίο, είχε ο πολιτισμός και η ποιότητα εκείνων των τραγουδιών το αποδεικνύει. Το θέατρο, που επίσης ανθούσε, είναι η κατάθεση των αξιών και είναι η μονάδα μέτρησης της κάθε κοινωνίας. Όλα αυτά εκβαρβαρίστηκαν μεταπολιτευτικά με τηλεοπτική χυδαιολογία, με εμετικές «επιτυχίες», στριγγλιές, ουρλιαχτά των Ζουλού και βρυχηθμούς, με καλλιτέχνες μιάς χρήσεως και μιάς βραδυάς, που χοροπηδούν και ξεβρακώνονται πάνω στην σκηνή. Μόνον απαξιώνοντας αυτές τις «τσιρκουλέτες» θα βυθίσουμε το ακόντιο του πολιτισμού μέσα στην καρδιά αυτού του θρησκευτικό-πολιτικού τέρατος, που ονομάζουν «Δημοκρατία», μολύνοντας την λέξη.
11:58 π.μ.
ADMIN

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου